πότος


πότος
питьё; попойка

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "πότος" в других словарях:

  • ποτός — drunk masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότος — drinking bout masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότος — Παράλιος οικισμός (υψόμ. 5 μ.), στην πρώην επαρχία Θάσου, του νομού Καβάλας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Θεολόγου. * * * ο, ΝΑ 1. πολλή μεγάλη κατανάλωση ποτών 2. οινοποσία, φαγοπότι, γλέντι (α. «τραγούδια τού πότου» β. «πορευομένους ἐν… …   Dictionary of Greek

  • ποτός — Παράλιος οικισμός (υψόμ. 5 μ.), στην πρώην επαρχία Θάσου, του νομού Καβάλας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Θεολόγου. * * * ή, ό, Α 1. κατάλληλος για πόση, πόσιμος («ποτὸν ὕδωρ», Θουκ.) 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ποτόν βλ. ποτό. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. πο τού …   Dictionary of Greek

  • ποτούς — ποτός drunk masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότοι — πότος drinking bout masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότοις — πότος drinking bout masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότοισι — πότος drinking bout masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότοισιν — πότος drinking bout masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότον — πότος drinking bout masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότους — πότος drinking bout masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)